Η βιταμίνη D και η πρόληψη του εγκεφαλοαγγειακού επεισοδίου©

Η βιταμίνη D και η πρόληψη του εγκεφαλοαγγειακού επεισοδίου©


Η σχέση μεταξύ της βιταμίνης D και της υγείας του καρδιοκυκλοφορικού συστήματος 


Η  βιταμίνη D παίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της υγείας πολλών συστημάτων του ανθρωπίνου σώματος, μεταξύ των οποίων και του καρδιοκυκλοφορικού. [ΚΚΦ].

 

Ο Anderson JL, et al (2010)  ανέλυσαν προοπτικά ένα μεγάλο ιατρικό ηλεκτρονικό αρχείοr  41,504 ασθενών, στους οποίους είχε γίνει τουλάχιστον μία μέτρηση επίπέδων βιταμίνης D  στο αίμα τους. Η επίπτωση της έλλειψης βιταμίνης  D (≤30 ng/ml) ήταν  63.6%, με μόνο μικρές παρεκκλίσεις στο φύλο και το γένος των ασθενών [9].


Η σχέση μεταξύ της έλλειψης βιταμίνης D και του εγκεφαλοαγγειακού επεισοδίου

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης,

Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος,

Οδοντίατρος, Διδάκτωρ της 

Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

ΙΔΙAIΤEΡΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ: Ιατρική Διατροφολογία, Συμπληρωματική Ιατρική, Προληπτική ογκολογία. Έρευνα της βιταμίνης D.

Ιατρείο : Δαμασκηνού 46, Κόρινθος 20100, τηλ 2741026631, 6944280764, ΦΑΞ. 2741085030, e-mail:  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

www.gelis.gr,

 www.pharmagel.gr

 www.orlpedia.gr,

www.allergopedia.gr,

www.gkelanto.gr

Το εγκεαλοαγγειακό επεισόδιο είναι μια από τις κυριότερες αιτίες αναπηρίας και θανάτου παγκοσμίως. Είναι προτιμότερο να προλαβαίνεται ένα εγκεφαλοαγγειακό επεισόδιο, παρά να θεραπεύεται. Η πρόληψη του εγκεφαλοαγγειακού επεισοδίου απαιτεί την κατανόηση όλων των παραγόντων κινδύνου, που μπορεί να το προκαλέσουν.


Τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D σχετίζονται με αυξημένη συχνότητα καρδιαγγειακών συμβαμάτων και είναι συνήθη στους ασθενείς που υπέστησαν εγκεφαλοαγγειακό επεισόδιο[2].


Επιδημιολογικές μελέτες έχουν ευρέως, αλλά όχι επίμονα ότι η έλλειψη βιταμίνης D αποτελεί παράγοντα κινδύνου πρόκλησης εγκεφαλοαγγειακού επεισοδίου. Τούτο υποστηρίζεται από τις συσχετίσεις των χαμηλών επιπέδων της 25(OH)D στον ορό με τους παράγοντες κινδύνου πρόκλησης εγκεφαλοαγγειακού επεισοδίου και ιδιαίτερα με την παρουσίας υπέρτασης [3].

 

Από την άλλη πλευρά βρέθηκε ότι η ανεπάρκεια της βιταμίνης D σχετίζεται με  αύξηση της αρτηριακής δυσκαμψίας, της ενδοθηλιακής δυσλειτουργίας στην αγωγιμότητα και της αντίστασης των αιμοφόρων αγγείων, ανεξάρτητα τους παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου πρόκλησης εγκεφαλοαγγειακού επεισοδίου [7].


Σύμφωνα με έρευνα που ανακοινώθηκε στην American Heart Association's (AHA) Annual Scientific Sessions στο Chicago, IL το Νοέμβριο του 2010 , τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D διπλασιάζουν  τον κίνδυνο εγκαφαλοαγγειακού επεισοδίου στα άτομα της Καυκάσιας φιλής [10].


Νέες στρατηγικές στην πρόληψη του εγκεφαλοαγγειακού επεισοδίου


Ο Liu AJ, et al (2010) ανακοίνωσε τις πιθανές νέες στρατηγικές για την πρόληψη του εγκεφαλοαγγειακού επεισοδίου, που βασίζονται σε ευρήματα επί νέων παραγόντων κινδύνου,  καθώς και  στους κλασικούς παράγοντες κινδύνου, όπως η δυσλειτουργία του αρτηριακού βαροανακλαστικού, οι προφλεγμονώδεις κυτταροκίνες και η ανεπάρκεια ορισμένων βιταμινών και ορμονών. Γνωρίζοντας λοιπόν όλους αυτούς τους παράγοντες κινδύνου καταστρώνονται οι στρατηγικές πρόληψης και θεραπείας του εγκεφαλοαγγειακού επεισοδίου με στόχο το σημαντικό περιορισςμό της συχνότητας και της σοβαρότητάς του.

 

Καθώς όμως η γένεση του εγκεφαλοαγγειακού επεισοδίου είναι πολυπαραγοντική, η πρόληψη του επεισοδίου δεν θα πρέπει να στοχεύει μόνο στην αντιμετώπιση ενός μόνο παράγοντα κινδύνου. Στην πρόληψη του εγκεφαλοαγγειακού επεισοδίου θα πρέπειι να εφαρμόζονται συνδυασμοί  φαρμάκων, που με το καθένα αντιμετωπίζεται ο κάθε παράγοντας κινδύνου [1].


Oι μηχανισμοί, μέσω των οποίων η έλλειψη βιταμίνης D αυξάνει τον κίνδυνο πρόκλησης καρδιαγγειακής νόσου είναι άγνωστοι. Όμως είναι γνωστό ότι η βιταμίνη D επηρεάζει τη λειτουργία του ενδοθηλίου και των λείων μυικών ινών τωνμ αγγείων, συμμετέχει στη διαδικασία της φλεγμονής και τροποποιοεί τον άξονα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης [7].


Η ύπαρξη ιδανικών επιπέδων βιταμίνης D στα ενήλικα άτομα θα πρέπει να περιληφθεί στις στρατηγικές της πρόληψης το εγκέφαλοαγγειακού επισοδείου


Η έλλειψη και η ανεπάρκεια της βιταμίνης D  είναι σήμερα πολύ συχνή εξαιτίας των περιβαλλοντικών συνθηκών, κάτω από τις οποίες ζουν οι σύγχρονοι άνθρωποι και των παραγόντων που τους αποτρέπουν να εκτίθενται, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα στην ηλιακή ακτινοβολία. Η αποφυγή της ηλιακής ακτινοβολίας περιορίζει την φωτοσύνθεση της βιταμίνης D στο δέρμα. Αυτή η ¨πανδημία¨ της έλλειψης ή ανεπάρκειας της βιταμίνης D είναι σημαντικού ενδιαφέροντος, διότι τα χαμηλά επίπεδα της 25-υδρόξυβιταμίνης D [25(OH)D] έχουν σχετιστεί με νόσους από το καρδιοκυκλοφορικό, μυοσκελετικό, λοιμώδεις, αυτοάνοσες και διάφορους καρκίνους [4].


Ο Carrelli AL, et al (2011) μελέτησε τη σχέση της έλλειψης βιταμίνης D  και των δεικτών του μεταβολισμού των μεταλλικών ιχνοστοιχείων με τους υποκλινικούς καρωτιδικούς σηματοδότες που προλέγουν τα καρδιαγγειακά συμβάματα.

 

Γιαυτό το λόγο έκανε μετρήσεις, σε 203 τροφίμους γηροκομείων, των επιπέδων του ασβεστίου, φωσφόρου, 25-υδροξυβιταμίνης D, 1,25-διυδρόξυβιταμίνης D, και παραθυρεοειδικής ορμόνης. Έκαναν επίσης υπερηχογραφήματα των καρωτίδων (έλεγχος παρουσίας αθηρωματικής πλάκας ή πλακών, μέγιστο πάχος καρωτιδικής πλάκας, πάχος του μέσου χιτώνα της καρωτίδας).

 

Μετά την αναζήτηση των παραγόντων κινδύνου πρόκλησης  καρδιαγγειακής νόσου και τον έλεγχο της νεφρικής λειτουργίας βρέθηκε ότι τα επίπεδα του φωσφόρου και των προϊόντων ασβεστίου και φωσφόρου είχαν σχέση με μεγαλύτερο κίνδυνο   υποκλινικής καρωτιδικής αθηρωματοσκλήρυνσης.

 

Τα χαμηλά επίπεδα 25-υδροξυβιταμίνης D σχετίστηκαν με αύξηση του πάχους του μέσου χιτώνα της καρωτίδας και τη μέγιστη πάχυνση της καρωτιδικής πλάκας, σε όσα άτομα υπήρχε καρωτιδική πλάκα. Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν τα εκτενή δεδομένα, που αφορούν τη σχέση  των χαμηλών επιπέδων  της βιταμίνης D και της υποκλινικής αθηρωματοσκλήρυνσης. Η ακριβής φύση αυτής της συσχέτισης και τα επιθυμητά επίπεδα της βιταμίνης D για την υγεία των αγγείων αναμένεται να διευκρινιστεί [5].

 

Σχέση της έλλειψης βιταμίνης D και των καταγμάτων του ισχίου μετά από εγκεφαλοαγγειακό επεισόδιο.


Η πλειοψηφία των ασθενών με οξύ εγκεφαλοαγγειακό επεισόδιο έχει βρεθεί ότι, κατά τη διάρκεια του έτους που ακολούθησε μετά το οξύ επεισόδιο είχαν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D και τα οποία μπορεί να είχαν προηγηθεί του επεισοδίου.

 

Το εγκεφαλοαγγειακό επεισόδιο οδηγεί σε ελάττωση της οστικής πυκνότητας, τροποποίηση της ομοιοστασης του ασβεστίου και αύξηση της συχνότητας των καταγμάτων του ισχίου.

 

Η έλλειψη βιταμίνης D είναι καλά τεκμηριωμένη στους επιβιώσαντες για μακρύ χρονικό διάστημα μετά από εγκεφαλοαγγειακό επεισόδιο.  Και έχει συσχετιστεί με τα με επεισοδιακά κατάγματα του ισχίου [6].


Η βιταμίνη D είναι ένας δυνητικός σηματοδότης ανίχνευσης των ατόμων που πιθανόν θα υποστούν μελλοντικά ένα οξύ εγκεφαλοαγγειακό επεισόδιο.

 

Ο ρόλος των χαμηλών επιπέδων της βιταμίνης D  στην ενίσχυση της μυοσκελετικής υγείας μετά από ένα εγκεφαλοαγγειακό επεισόδιο χρειάζεται διερεύνηση [6].


Η πρόληψη του αγγειοεγκεφαλικού επεισοδίου επιτυγχάνεται αποκαθιστώντας τα επιθυμητά επίπεδα βιταμίνης D


Η ομαλή λειτουργία του σώματος επιτυγχάνεται όταν τα επίπεδα της βιταμίνης  D3 είναι τα ιδανικά ή επιθυμητά. Tούτο εξασφαλίζεται όταν τα επίπεδα του κύριου μεταβολίτη της βιταμίνης D3 στον ορό του αίματος, της 25(ΟΗ)D3, είναι 30-32ng/ml.  Η βιταμίνη D3 εκτός από το οστεοπροστατευτικό της αποτέλεσμα (ελέγχει τα επίπεδα του ασβεστίου και του φωσφόρου του αίματος) παίζει βασικό ρόλο στην πρόληψη της ανώμαλης κυτταρικής ανάπτυξης και στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος. Εξάλλου η υποβιταμίνωση D έχει επίσης συνδεθεί με την αύξηση της συχνότητας του καρκίνου του μαστού και διαφόρων άλλων καρκίνων και της κατάθλιψης των ηλικιωμένων.


Τα άτομα κάθε ηλικίας μπορεί να διατηρήσουν επαρκή επίπεδα βιταμίνης D3 τρώγοντας τρόφιμα πλούσια σε βιταμίνη D3 , όπως τα λιπαρά ψάρια (σολομός, σαρδέλες, τόνος, σκουμπρί, καταναλίσκοντας τρόφιμα στα οποία έχει προστεθεί βιταμίνη D3, όπως το γάλα και το γιαούρτι, διάφοροι φυσικοί χυμοί, κλπ. Η προσθήκη στα τρόφιμα βιταμίνης D3 δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών του οργανισμού σε βιταμίνη D3.


Η έκθεση του σώματος στην ηλιακή ακτινοβολία για σύντομο χρονικό διάστημα (5-15 λεπτά της ώρας τους καλοκαιρινούς μήνες) αρκούν ώστε αφενός να παραχθούν ικανοποιητικές ποσότητες βιταμίνης D3 και αφετέρου να αποτραπεί ο κίνδυνος δερμοκαρκινογένεσης από την παρατεταμένη έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία Β.

 

Σε περίπτωση που είναι ανέφικτη η έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία είναι επιβεβλημένη η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D3 από το στόμα.  Καθημερινά μπορεί να χορηγούνται 1,000-2,000 IU (Διεθνείς Μονάδες) [1-2 σταγόνες D3-Gkelin drops] , που θεωρείται γενικά ως  μια ασφαλής και επωφελής δόση βιταμίνης D3 για τους περισσότερους ενήλικες[11].


Τα άτομα με σοβαρή έλλειψη έλλειψη βιταμίνης D3 μπορεί να χρειάζονται υψηλότερες δόσεις, που δίδονται υπό την επίβλεψη του γιατρού τους, ώστε ποτέ να μην επιτευχθούν τοξικά επίπεδα. Οι λήψη καθημερινά μέχρι 2000 IU βιταμίνης D3 [2 σταγόνες D3-Gkelin drops] είναι πλέον αναγνωρισμένη ως η πλέον ανεκτή δόση  [12].

 

Heaney et al.[13, 14, 15] υποστηρίζουν ότι τα άτομα στα οποία τα επίπεδα της  25(OH)D3 κυμαίνονται μεταξύ των 20 και 40 nmol/liter μπορεί να χρειάζονται καθημερινά 2200 IU βιταμίνης D3 προκειμένου να φτάσουν τα επίπεδα επάρκειας βιταμίνης D3, που είναι 75–80 nmol/liter.  Παρά τούτο παραμένει άγνωστο αν οι 2000 IU  ημερησίως αποτελούν αποτελεσματικοί δόση για τα άτομα της μαύρης φιλής.

 

Τόσο ο Vieth [16] , όσο και ο Holick [4] έχουν υπολογίσει ότι μια και μόνο έκθεση όλου του γυμνού σώματος στην ηλιακή ακτινοβολία, που προκαλεί το το ελάχιστο δερματικό ερύθημα την επομένη ημέρα από την έκθεση  δημιουργεί 10.000IU (250 µg) βιταμίνης D3 (χοληκαλσιφερόλης). Ως εκ τούτου η συχνή έκθεση στον ήλιο, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες προκαλεί ικανοποιητική παραγωγή βιταμίνης D3, που ξεπερνούν τις ανώτατες δόσεις που πρέπει να προσλαμβάνονται καθημερινά, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος υπερδοσολογίας.


Η καθημερινή λήψη 2000 IU βιταμίνης D3 [δύο σταγόνες D3-Gkelin drops] μπορεί να δημιουργήσει επαρκή επίπεδα βιταμίνης D3  στο σώμα, τα οποία μπορούν να αντιμετωπίσουν την εξέλιξη της αορτικής δυσκαμψίας στα άτομα της μαύρης φυλής.

Οι επαρκείς συγκεντρώσεις της 25(OH)D3 στον ορό του αίματος, που έχουν επιτευχθεί μετά από συμπληρωματική από του στόματος χορήγηση, τροποποιούνται αρνητικά επί παχυσαρκίας. [8].

 

Βιβλιογραφία

1. Liu AJ, Guo JM, Xia W, Su DF. New strategies for the prevention of stroke. Clin Exp Pharmacol Physiol. 2010 Feb;37(2):265-71.

2. Witham MD, Dove FJ, Sugden JA, Doney AS, Struthers AD. The effect of vitamin D replacement on markers of vascular health in stroke patients - A randomised controlled trial. Nutr Metab Cardiovasc Dis. 2010 Dec 29.

3. Pilz S, Tomaschitz A, Drechsler C, Zittermann A, Dekker JM, März W. Vitamin D supplementation: a promising approach for the prevention and treatment of strokes. Curr Drug Targets. 2011 Jan;12(1):88-96.

4. Holick MF. Sunlight "D"ilemma: risk of skin cancer or bone disease and muscle weakness. Lancet. 2001 Jan 6;357(9249):4-6.

5. Carrelli AL, Walker MD, Lowe H, McMahon DJ, Rundek T, Sacco RL, Silverberg SJ. Vitamin D deficiency is associated with subclinical carotid atherosclerosis: the Northern Manhattan study. Stroke. 2011 Aug;42(8):2240-5.

6. Poole KE, Loveridge N, Barker PJ, Halsall DJ, Rose C, Reeve J, Warburton EA. Reduced vitamin D in acute stroke. Stroke. 2006 Jan;37(1):243-5.

7. Al Mheid I, Patel R, Murrow J, Morris A, Rahman A, Fike L, Kavtaradze N, Uphoff I, Hooper C, Tangpricha V, Alexander RW, Brigham K, Quyyumi AA. Vitamin D status is associated with arterial stiffness and vascular dysfunction in healthy humans. J Am Coll Cardiol. 2011 Jul 5;58(2):186-92.

8. Dong Y, Stallmann-Jorgensen IS, Pollock NK, Harris RA, Keeton D, Huang Y, Li K, Bassali R, Guo DH, Thomas J, Pierce GL, White J, Holick MF, Zhu H. A 16-week randomized clinical trial of 2000 international units daily vitamin D3 supplementation in black youth: 25-hydroxyvitamin D, adiposity, and arterial stiffness. J Clin Endocrinol Metab. 2010 Oct;95(10):4584-91. Epub 2010 Jul 21.

9. Anderson JL, May HT, Horne BD, Bair TL, Hall NL, Carlquist JF, Lappé DL, Muhlestein JB; Intermountain Heart Collaborative (IHC) Study Group. Relation of vitamin D deficiency to cardiovascular risk factors, disease status, and incident events in a general healthcare population. Am J Cardiol. 2010 Oct 1;106(7):963-8. Epub 2010 Aug 11.

10.http://www.hopkinsmedicine.org/news/media/releases/vitamin_d_deficit_doubles_risk_of_stroke_in_whites_but_not_in_blacks

11. Bischoff-Ferrari HA, Giovannucci E, Willett WC, Dietrich T, Dawson-Hughes B. Estimation of optimal serum concentrations of 25-hydroxyvitamin D for multiple health outcomes. Am J Clin Nutr. 2006 Jul;84(1):18-28.

12. Yates AA, Schlicker SA, Suitor CW. Dietary Reference Intakes: the new basis for recommendations for calcium and related nutrients, B vitamins, and choline. J Am Diet Assoc. 1998 Jun;98(6):699-706.

13. Dawson-Hughes B, Heaney RP, Holick MF, Lips P, Meunier PJ, Vieth R. Estimates of optimal vitamin D status. Osteoporos Int. 2005 Jul;16(7):713-6. Epub 2005 Mar 18.

14. Heaney RP, Davies KM, Chen TC, Holick MF, Barger-Lux MJ. Human serum 25-hydroxycholecalciferol response to extended oral dosing with cholecalciferol. Am J Clin Nutr. 2003 Jan;77(1):204-10.

15. Heaney RP. The Vitamin D requirement in health and disease. J Steroid Biochem Mol Biol. 2005 Oct;97(1-2):13-9. Epub 2005 Jul 18.

16. Vieth R. Vitamin D supplementation, 25-hydroxyvitamin D concentrations, and safety. Am J Clin Nutr 1999;69:842–56.


 
mod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_counter
mod_vvisit_counterΣήμερα163
mod_vvisit_counterΧτες207
mod_vvisit_counterΕβδομάδα163
mod_vvisit_counterΠροηγούμενη Εβδομάδα1455
mod_vvisit_counterΜήνας3355
mod_vvisit_counterΠροηγούμενος Μήνας4238
mod_vvisit_counterΣυνολικά48403